Η Σούλα* κι εγώ

Με τη Σούλα γνωριστήκαμε πριν από 18 χρόνια στα 36 μου, μια καυτή Πέμπτη παραμονή Δεκαπενταύγουστου. Τη μια στιγμή έπαιζα ρακέτες στην παραλία με τα δύο παιδιά μου έξι και τριών χρονών τότε, και την άλλη ανέβαινα σπίτι να ξεπλυθώ από τα αλάτια και την άμμο και άρχιζα να αισθάνομαι διαφορετική θερμοκρασία του νερού του ντους στη δεξιά πλευρά του σώματος μου. Σιγά σιγά η πλευρά έδινε σήματα ότι κάτι δεν πάει καλά. Όταν είσαι παιδί γιατρού είσαι περισσότερο υποψιασμένος ανά πάσα στιγμή για το τι μπορεί να σου συμβαίνει. Ψύξη απεφάνθη ο προαναφερθείς γιατρός και ένας ακόμα συγγενής εξ αγχιστείας της ιδίας ειδικότητας, «πάρε αντιφλεγμονώδη».

Με τα πολλά, μέσα σε λίγες μέρες ενώ είχα γυρίσει οδηγώντας (;) στην πόλη και ενώ όλοι επέμεναν για ψύξη, εγώ απαιτούσα να κλειστεί μαγνητική τομογραφία καθώς δεν προλάβαινα να περάσω απέναντι τη διάβαση με πράσινο, τόσο αργά περπατούσα και φυσικά ως δεξιόχειρας έγραφα σα να είχα πάθει back to the future στην Α Δημοτικού, για τέτοια γράμματα μιλάμε. Ο μπαμπάς μου όντας σε πλήρη άρνηση και με απίστευτο εκνευρισμό με πήρε αρχικά στην κλινική του για νευρολογική εξέταση από συνάδελφο του κι εκεί αρχίσανε τα βλέμματα πανικού, τα ίδια που θα έβλεπα και σε άλλους στο εξής, ειδικά και μετά το πόρισμα της ωραιότατης αρχικής τομογραφίας διάρκειας 2,5 ωρών, που μου δώρισε πολύχρονες κρίσεις πανικού σε ασανσέρ, αεροπλάνα τούνελ και πολύκοσμα μέρη, οι οποίες ευτυχώς εξαλείφθηκαν ολοσχερώς και αμετακλήτως πριν λίγα χρόνια.

Η διάγνωση ήταν ξεκάθαρη κι εγώ το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν γαμώτο δε θα ξαναχορέψω, αλλά θα περπατάω έστω και με μπαστούνι δε με ενδιαφέρει ποσώς. Οι μέρες περνούσαν και μέχρι να αρχίσει να με πιάνει η μαγική κορτιζόνη περπατούσα σαν ογδοντάχρονη, έγραφα σαν εξάχρονη και προσπαθούσα να διαχειριστώ την κόλαση που πάντα είναι όλοι οι άλλοι. Εγώ από την αρχή είπα στη Νάσια ότι θα είναι καλά. Δεν αναρωτήθηκα ποτέ γιατί σε μένα, ήρθα πολύ πιο κοντά στα Θεία, συνέχισα να πηγαίνω κανονικά σε δουλειά και γυμναστήριο, δεν ντράπηκα, δεν έκρυψα την ασθένεια μου ποτέ, ίσα-  ίσα λειτούργησα και λειτουργώ «επιθετικά», δεν κρύβομαι και αυτοσαρκάζομαι συνεχώς ίσως και για να προλάβω τον σαρκασμό των άλλων. Όλα μέρος της ανθρώπινης συνθήκης είναι.

Η Σούλα, τέτοια που είναι, ήρθε απρόσκλητη φαινομενικά, για να μου μείνει πιστή φίλη μέχρι να πεθάνω, αλλά μη γελιόμαστε όλα τα αυτοάνοσα για κάποιο λόγο βγαίνουν, με κυριότερο απ’ αυτούς την πλήρη αναντιστοιχία εσωτερικού και εξωτερικού εαυτού σε συνθήκες ολοκληρωτικού και απόλυτου καταστροφικού στρες. Παράδοξο να την αποκαλώ φίλη μου αλλά απόλυτα αληθινό. Αυτή η φίλη, που όπως είπε ο μπαμπάς μου σε ανύποπτο χρόνο «δε θα με ξεχάσει ποτέ», μου έμαθε πάρα πάρα πολλά. Να είμαι ταπεινή. Να σέβομαι τις ιδιαιτερότητες των άλλων. Να προσπαθώ να ζώ την κάθε μέρα όσο μπορώ καθώς τα πάντα ανατρέπονται σε κλάσμα δευτερολέπτου. Με έμαθε να έχω πλαφόν (για να μην υποτροπιάσω) στη λύπη, στην οδύνη που προκαλεί οποιαδήποτε απώλεια ζωής, ακόμα και συγγενών και φίλων, και κανένα όριο στην οποιαδήποτε χαρά (για να ανακτώ δυνάμεις) όπου κι αν τη συναντήσω. Μου έδειξε ότι σε κρίσιμες καταστάσεις έρχεται βοήθεια από εκεί που δεν το περιμένεις και ενδεχομένως πλήρης αδιαφορία από εκεί που το περιμένεις διακαώς μεν, εσφαλμένα δε.

Η Σούλα με έκανε καλύτερο άνθρωπο by far. Μου φέρθηκε πολύ καλά είναι η αλήθεια για πολλά χρόνια, αν εξαιρέσω την απίστευτη κούραση που με έκανε να αισθάνομαι, τις επίμονες ημικρανίες, και την μόνιμη δυστυχώς, απειλητική σκέψη της ενδεχόμενης παράλυσης να κρέμεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι μου.

Με  άφησε ακόμα να κάνω και τρίτο παιδί ,ούσα αισιόδοξα απόλυτα πεπεισμένη, (εγώ όχι αυτή), ότι όλα θα πάνε κατ’ευχήν, όπως και πήγαν. Στη διάρκεια της πανδημίας πήρε τα πάνω της ίσως λόγω νόσησης ή εμβολίου (κανείς δεν ξέρει) και τώρα τελευταία ψιλοδείχνει τη δυσαρέσκεια της, ειδικά σε σκάλες και κατηφόρες, επειδή δεν την προσέχω όπως θα ήθελε σαν απόλυτα εγωίστρια που είναι, αναλογικά πάντα με τη βαρύνουσα σημασία της στην κορυφή των αυτοάνοσων μετά τον Λύκο. Τώρα οι δυο μας είμαστε στη φάση της διαπραγμάτευσης. Μου λέει καθημερινά, πάντα χαμογελώντας σαρδόνια, να προσέχω τον εαυτό μου λίγο περισσότερο, να προλαβαίνω να κάνω πράγματα που θέλω, εν ολίγοις να δίνω σημασία στα σημαίνοντα γιατί αγοράζω χρόνο με τη βοήθεια του Θεού και της Επιστήμης. Όπως δηλαδή κάνουν όλοι με ή χωρίς επίγνωση ότι αυτό ακριβώς κάνουν, κερδίζουν χρόνο. Της δάνεισα και όλα τα ψηλοτάκουνα μου ως ένδειξη καλής θέλησης και προσαρμογής στα νέα δεδομένα, αλλά τον χορό δεν της τον χαρίζω. Όσο για τα παπούτσια μου κάποια στιγμή θα της τα ζητήσω πίσω που θα πάει, περιμένω εξάλλου το τσιπάκι του Έλον Μασκ.

 

Σούλα* από το Σκληρυνσούλα aka Σκλήρυνση κατά πλάκας.